Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2008

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΕΝΑ


Ηταν καλοκαίρι του 1966 όταν οι αιώνιοι αντίπαλοι Ατρόμητος Ιωαννίνων και Αβέρωφ έκατσαν γύρω από ένα τραπέζι και αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους κάτω από ένα κοινό όνομα.

Το όνομα ΠΑΣ (Πανηπειρωτικός Αθλητικός Σύλλογος) ΓΙΑΝΝΙΝΑ δόθηκε αφού είχαν απορριφθεί διάφορα άλλα μεταξύ των οποίων και το όνομα "Δωδώνη".

Πρώτος Πρόεδρος της νέας ομάδας ο Περικλής Γιαννής ενώ πρώτη εμφάνιση, εναντίον του Ολυμπιακού Πειραιώς σε ένα φιλικό παιχνίδι, λόγω της μεταγραφής του Γιώργου Σιόντη. Αποτέλεσμα εκείνου του αγώνα 2-0 για τον ΟΣΦΠ με 2 γκολ του Γιώργου Κούδα(!).

Την περίοδο 1966-67 συμμετέχει στο πρωτάθλημα "Αβέρωφ". Το 1971 αναλαμβάνει προπονητής ο Ντε Φαρία και έρχονται από την Αργεντινή οι "ελληνοποιημένοι" Εδουάρδος Κοντογιώργακης (Ριγκάνι), Αλφρέδος Γκλασμάνης (Γκλάσμαν), Χοσέ Παστερνάκης (Πάστερνακ), Εδουάρδος Λίσα, Χουάν Μοντέζ και Οσκαρ Αλβαρέζ. Οι παίκτες λόγω των ελληνικών τους ριζών υπηρετούν στον Ελληνικό Στρατό επί υπουργού Ευάγγελου Αβέρωφ. Η ομάδα κάνει τους Ηπειρώτες να τρίβουν τα μάτια τους και ο Αλέκος Κιτσάκης γράφει το δημοτικό τραγούδι - ύμνο "Αγιαξ της Ηπείρου"

AJAX ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ Από αριστερά ΟΡΘΙΟΙ: ΣΙΟΝΤΗΣ, ΤΣΟΥΡΛΙΔΑΣ, ΜΑΝΤΟΣ, ΓΡΑΜΜΕΝΑΚΗΣ, ΧΑΤΖΗΚΑΠΕΤΑΝΗΣ, ΛΙΣΣΑ
ΚΑΘΙΣΤΟΙ: ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ, ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΑΚΗΣ, ΜΟΝΤΕΖ, ΑΛΒΑΡΕΖ, ΓΚΛΑΣΜΑΝΗΣ


Την περίοδο 73-74 ο ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΙΝΑ κατακτά το πρωτάθλημα στον πρώτο από τους τρεις ομίλους που υπήρχαν στην Β κατηγορία και ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Α Εθνική. Με το πρωτοποριακό ποδόσφαιρο που έπαιζε, γέμιζε τα στάδια ανά την Ελλάδα. Τερματίζει με την πρώτη του χρονιά στην Α Εθνική στην 9η θέση. Την περίοδο 75-76, φτάνει στην 5η θέση, πάνω από Αρη, Εθνικό, Ηρακλή ενώ την ίδια χρονιά αγωνίζεται και στο "Βαλκανικό Κύπελλο". Δύο χρόνια αργότερα ο "Αγιαξ της Ηπείρου" τερματίζει και πάλι πέμπτος, πίσω από τους τρεις του κέντρου και τον ΠΑΟΚ ενώ ανακηρύσσετε πρώτη επαρχιακή ομάδα το 1979-80.

Το 1981 φέρνει στην Ελλάδα τον Γιάτσεκ Γκμοχ αλλά η ομάδα πλέον δείχνει σημάδια παρακμής. Το 1984 είναι η τραγική χρονιά για τον ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΙΝΑ. Το μπαράζ στη Λάρισα με τον Πανιώνιο δεν ξεχνιέται από κανέναν. Και ο ΠΑΣ πέφτει στη Β Εθνική μετά από 10 χρόνια. Το 86 και το 90 ξαναπαίζει στην Α Εθνική αλλά τα τεράστια διοικητικά προβλήματα στέλνουν την ομάδα το 1997 στην Γ Εθνική

Τον Ιούνιο του 2000 ο ΠΑΣ Γιάννινα μετά από 10 χρόνια επιστρέφει στην Μεγάλη Κατηγορία. Αυτό το κατάφερε μετά από αγώνες μπαράζ που έδωσε στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας με τον Πανσερραϊκό (3-1) και με το Αιγάλεω (1-1). Οι περισσότεροι από 8.000 φίλοι του ΠΑΣ που βρέθηκαν στο γήπεδο εκείνο το βράδυ, πήγαν στην κόλαση και ξαναγύρισαν στο 93 με το γκολ-λύτρωση του Κώστα Κορμαρή.

Ο ΠΑΣ όμως δεν ήταν στα σχέδια των "μεγάλων" για την επόμενη χρονιά. Ετσι αποφάσισαν να τον ξεγράψουν γρήγορα από τις λίστες των ομάδων της Εθνικής (πλέον) Κατηγορίας. Με αστείες προφάσεις στέλνουν τον ΠΑΣ να αγωνιστεί εξόριστος στα πρώτα 2 παιχνίδια που έπρεπε να δώσει στην έδρα του και με σφαγιαστικές διαιτησίες του κόβουν βαθμούς ετσιθελικά. Ο ΠΑΣ όμως αποδείχτηκε σκληρό καρύδι κι έτσι η μόνη λύση που βρέθηκε ήταν να αναστήσουν τον νεκρό ΟΦΗ και να υποχρεώσουν τον ΠΑΣ να δώσει αγώνες μπαράζ για την παραμονή στην κατηγορία στη Ρόδο(!!!) Αποτέλεσμα των αγώνων αυτών ήταν ο ΠΑΣ να υποβιβαστεί στην Πρώτη Κατηγορία και αρκετοί φίλαθλοί του να επιστρέψουν από τη Ρόδο σοβαρότατα τραυματισμένοι! Αυτά τα παιχνίδια θα μείνουν στη μνήμη των φίλων του ΠΑΣ όχι τόσο για τον υποβιβασμό, αλλά για τα κατάπτυστα επισόδεια που δε θα ξεχάσει ΚΑΝΕΝΑΣ!πηγη: http://www.pas.gr

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΣΙΑΤΡΑ part 1


Με ποιους μουσικούς έχετε συνδέσει την πορεία σας;
«Με τον Τάσο Χαλκιά ξεκινήσαμε, αλλά πιο νωρίς, το ’66
, με είχε συνοδέψει ο Φίλιππος Ρούντας. Αργότερα, είχα την ευτυχή συγκυρία να κάνω πολλές ηχογραφήσεις που βρίσκονται στο αρχείο της ΕΡΤ. Εκεί «γράψαμε» με τον Τάσο Χαλκιά, τον Σταύρο Καψάλη, τον Ναπολέοντα Δάμο, τον Πετρολούκα Χαλκιά...

Για τον τελευταίο αξίζει μια παρένθεση, διότι όταν ήρθε απ
ό την Αμερική το 1978, δεν τα βρήκε και τόσο καλά τα πράγματα εδώ. Κάποιοι συνάδελφοι μουσικοί τον είχαν «βάλει στο σημάδι» και μου λέγανε «πού πας και παίζεις με τον Αμερικάνο;»... Εγώ, όμως τον ήξερα από παλιότερα, το 1960 από τα καλοκαίρια που όταν τελειώναμε το σχολείο, ακούγαμε κάτι μικρά δισκάκια. Έτσι, λοιπόν, εκείνη την περίοδο τον κράτησα εδώ... Πήγαμε στο «ελληνικό χωριό», σε ραδιόφωνα, τηλεοπτικές εκπομπές και του βγήκε σε καλό, πιστεύω. Είναι ένας καλός μουσικός, χωρίς καμία αμφιβολία. Μακάρι να ‘χαμε κι άλλους τέτοιους μουσικούς. Ενώ, ήταν ή είναι, άλλοι δεν έδωσαν τη δέουσα σημασία... Ειδικά, ο Σταύρος Καψάλης και ο Ναπολέων Δάμος, που έχει στο παίξιμό του στο κλαρίνο μεγάλη δύναμη! Και του το έχω πει του Ναπολέοντα, «αφού σε «πάνε» οι τραγουδιστές, έλα να κάνουμε πράγματα»

Τον Πετρολούκα δεν τον απασχολεί αν είναι κουρδισμένα τα υπόλοιπα όργανα ή όχι... βγαίνει μπροστά και σολάρει. Και έχει μεγάλη σημασία
αυτό, να σε βλέπουν σαν καλλιτέχνη σε αυτό που εκφράζεις... και ό,τι λες και κάνεις να αναγκάζεις τον άλλο να το αντιληφθεί. Η ερμηνεία του δημοτικού τραγουδιού είναι ιεροτελεστία. Ιδιαίτερα, όταν είσαι σε γάμο. Από τη στιγμή που πας, μέχρι και όταν φεύγεις... Έτσι είχε γίνει και στον δικό μου γάμο...»

Τι έχετε συγκρατήσει ως ανάμνηση από τον δικό σας γάμο;
«Είχαμε τηρήσει όλες τις παραδόσεις και η μια στιγμή ήταν καλύτερη από την άλλη. Βοήθησε όλο το χωριό, ο καθένας με το δικό του τελετουργικό μέρος, χωρίς να τους πει κανένας τίποτα...


Στείλαμε το μπαϊράκι, οι γυναίκες με τα άσπρα μαν
τήλια ζύμωναν το προζύμι για να φτιάξουμε τις μπουγάτσες που θα κερνούσαμε και τραγουδούσαν «Ποιος τον κάνει τούτο γάμο»... Πήγανε και για ξύλα και γυρνούσαν με τα άλογα και πάνω στις αρμαθιές είχαν ριγμένο άσπρο μαντήλι, ως δείγμα αγνότητας...

Κατόπιν, με ξύρισαν, με αρμάτωσαν και με έβαλαν καβάλα σ’ άλογο... που πάνω σαμάρι είχε φλοκωτή πετσέτα με τον μαίανδρο, το σήμα του Βυζαντίου! Από κοντά κι ο Ναπολέων Δάμος με το κλαρίνο του... χορέψαμε στο μεσοχώρι, πήγαμε στον κουμπάρο, πήραμε το κανίσκι (ψημένο αρνί), πάλι μπουγάτσα και στολισμένοι με λουλούδια και κουφέτα, κινήσαμε για το σπίτι της νύφης. Εκεί στην εξώπορτα μας έριξαν μπροστά μας ένα σίδερο, για «σιδερένια» ζωή, μας πότισε η μάνα με μέλι και όλα πήραν το δρόμο τους με χορό και γλέντι μέχρι το πρωί...»

Tι θυμάστε από τα χρόνια που συνεργαστήκατε με τον Δημήτρη Βάγια;
«Θυμάμαι ακόμα την τελευταία νύχτα που ήμα
σταν μαζί... Είχαμε χορό στο «Ηπειρώτικο Σαλόνι», κανονίζαμε ένα ταξίδι για βαφτίσια στην Τήνο, τον κοίταξα στα μάτια –δεν το ξεχνάω αυτό- και τον χαιρέτησα γιατί την άλλη ημέρα έπρεπε να είμαι στην «Πανηπειρωτική» και μετά θα έφευγα για το χωριό... Μου αποκρίθηκε ότι θα ερχόταν και αυτός τη Δευτέρα και κλείσαμε την άλλη μέρα ραντεβού στην «Όαση». Το πρωί, όμως στις 8 η ώρα, 9 Ιανουαρίου του 1994 ήταν, μας ειδοποίησαν πως ο Δημήτρης είχε χτυπήσει σε ατύχημα...

Με τον Δημήτρη Βάγια είχαμε πάντοτε αγαστή συνεργασία, ήταν ένας ντόμπρος άνθρωπος, που αν σου έλεγε μια κουβέντα, τελείωσε, αυτό ήταν. Είχαμε δουλέψει πολύ καλά μαζί, και στο μαγαζί, στο «Ηπειρώτικο Σαλόνι», ήθελε άνθρωπο που ο λόγος του να είναι λόγος και το είχε καταφέρει. Δεν έλεγε ποτέ παραπανίσιες κουβέντες. Δυστυχώς έφυγε γρήγορα... Είχε το δικό του κεφάλαιο στο δημοτικό τραγούδι.
Οι Μπέλλος, Κιτσάκης, Σιάτρας και Βάγιας λειτουργούσαμε σαν τετράδα και μας είχαν χαρακτηρίσει «οι τέσσερις Ευαγγελιστές». Είχαμε τραγουδήσει το ηπειρώτικο τραγούδι σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας, αλλά και στο εξωτερικό. Προσπαθούσαμε να είμαστε κάπως αυστηροί και να τηρούμε τις παραδοσιακές φόρμες του τραγουδιού.

Είχαμε ξεκινήσει την πορεία μας στο τραγούδι μαζί με τον Δημήτρη Βάγια -ο Στυλιανός Μπέλος και ο Αλέκος Κιτσάκης νωρίτερα- κάναμε μαζί πολλές εκπομπές για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση και η συνεργασία μας έγινε ακόμη πιο στενή στο «Ηπειρώτικο Σαλόνι» και σε συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εκτιμώ, πως ταιριάζαμε περισσότερο σαν χαρακτήρες, γιατί πιστεύαμε πολύ στο καθαρό παραδοσιακό τραγούδι και με αυτόν τον γνώμονα διαλέγαμε και τα όργανα στις ορχήστρες μας, δηλαδή κλαρίνο, βιολί, λαούτο και ηπειρώτικο ντέφι...»


Είναι ένα τραγούδι με υπέροχους στίχους, έτσι όπως είναι και όλα τα δίστιχα του δημοτικού μας τραγουδιού... Η μούσα η δημοτική τού έδωσε την ανάλογη μουσική και ο ανώνυμος λαός με νοσταλγία, χαρά, πόνο, δάκρυ και αγάπη το τραγουδούσε, το τραγουδάει και θα το τραγουδάει. Εύχομαι, λοιπόν κι ελπίζω αυτοί που θα το ακούσουν, να το τραγουδάνε κι αυτοί όπου κι αν βρίσκονται...»

πηγη: http://www.musicheaven.gr

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2008

ΑΛΕΚΟΣ ΚΙΤΣΑΚΗΣ-ΤΟ ΑΙΔΩΝΙ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ


Ο άνθρωπος τον οποίο αποκαλούν «Αηδόνι της Ηπείρου». Ο Αλέκος Κιτσάκης γεννήθηκε στο Ριζοβούνι Πρέβεζας, το οποίο είναι γνωστό «Λάκκα Σούλι».
Σε ηλικία οκτώ μηνών ορφάνεψε από μητέρα, και ένα χρόνο αργότερα, και από πατέρα. Τον μικρό Αλέκο και τον μεγαλύτερο αδελφό του Σταύρο τους μεγάλωσε ο θείος τους Γιώργος Γιαννακάκης.
Σε ηλικία έξι χρόνων ο θειος του «σκάρισε» με την στάνη.
Ο μικρός Αλέκος, όλη την μέρα που έβοσκε τα πρόβατα ήταν με το τραγούδι στο στόμα, κάτι που έκανε τους συγχωριανούς του να καταλάβουν ότι έχει ταλέντο στο τραγούδι.
Μάλιστα τον έπαιρναν στο καφενείο, τον κερνούσαν λουκούμι, και τον έβαζαν να τραγουδήσει. Ένας μακρινός του συγγενής ο Νίκος Σουλιώτης με δυσκολία τον πήρε από τον θειο του και τον πήγε στην Αθήνα, δήθεν για καλύτερα, αλλά εκεί τον βρήκαν τα χειρότερα.
Από τσοπάνος γιδιών στα βουνά της Ηπείρου, έγινε φύλακας γουρουνιών στο Γουδί.
Ο μικρός Αλέκος διαμαρτυρήθηκε και απείλησε τον συγγενή του ότι θα ξαναπάει στο χωριό αν δε του έβρισκε άλλη δουλειά, και ο Σουλιώτης τον γνώρισε στον πρόεδρο της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας, που τον καλούσε να τραγουδάει σε κάθε εκδήλωση της.
Ο Γενικός Γραμματέας, και ταμίας της Πανηπειρωτικής είχαν πιστέψει στο ταλέντο του Αλέκου, και αποφάσισαν να τον παρουσιάσουν στο θέατρο της Κυβέλης.Έτσι, σε ηλικία 12 ετών, ο Αλέκος Κιτσάκης ντυμένος τσολιάς βγαίνει στη σκηνή και τραγουδάει την «Τζαβέλαινα», κατενθουσιάζοντας όλο το ακροατήριο.
Στην συγκεκριμένη εκδήλωση ήταν και η μεγάλη ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ, που έτρεξε να τον συγχαρεί. Όταν όμως έμαθε την ιστορία του, τον γνώρισε στη Βασίλισσα Φρειδερίκη, και της εξήγησε ότι είναι ένα φτωχό παιδί που έχει ανάγκη από βοήθεια.
Μάλιστα τον έβαλε να τραγουδήσει, και αυτό ήταν κάτι που συγκίνησε την Φρειδερίκη, η οποία πήρε τον μικρό Αλέκο στο παλάτι.
Στη συνέχεια η Πανηπειρωτική σε συνεννόηση με τη βασίλισσα τον έστειλε σε ιδιωτικό σχολείο του οποίου τα έξοδα πλήρωνε το παλάτι.
Το 1948 η Πανηπειρωτική συνεννοήθηκε με τον γενικό διευθυντή των ορφανοτροφείων, και τον έστειλε στην Κέρκυρα, στο Αχίλλειο Ίδρυμα.
Σε επίσκεψη της εκεί η Φρειδερίκη τον είδε και τον ρώτησε γιατί προτίμησε να πάει εκεί. Ο Κιτσάκης της απάντησε ότι « ήρθα να ψυχαγωγήσω τα τόσο δυστυχισμένα αδέλφια μου».
Συγκινημένη απ’ αυτή την απάντηση η Φρειδερίκη έδωσε εντολή στον γραμματέα της να του εκδώσει επί τόπου άδεια εισόδου στο παλάτι για οποιαδήποτε ώρα θελήσει.
Ο Κιτσάκης αυτή την άδεια ούτε στιγμή δεν τη θεώρησε σημαντική, σε σημείο που την πέταξε η την έχασε. Τον Σεπτέμβρη του 1949 πάει στην Πάτρα στο «Σκαγιοπούλειο Ορφανοτροφείο», όπου τελειώνει τη μέση Γεωπονική σχολή.
Το 1952 στην Αθήνα μέσω του Διευθυντή του Ηπειρωτικού Μέλλοντος και τον γνωριμιών του έρχεται σε επαφή με τον διευθυντή του Εθνικού Ωδείου τον μεγάλο ΜΑΝΩΛΗ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ.
Όταν τον άκουσε ο Καλομοίρης, του έδωσε υποτροφία για το Εθνικό Ωδείο. Συμμαθήτρια του Κιτσάκη ήταν η υψίφωνος Αντιγόνη Σγούρδα, ενώ φωνητικά του έκανε η Μάγγη Καρατζά, η οποία ήταν συνεργάτιδα του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ.
Όλα αυτά ήταν καλά, αλλά και η φτώχια ήταν φτώχια.
Για καλή του τύχη μια μέρα που τραγουδούσε σε μια εκδήλωση της Πανηπειρωτικής, τον άκουσε ο τότε διευθυντής του Ε.Ι.Ρ και τον προσέλαβε να τραγουδάει δυο φορές την εβδομάδα στο ραδιόφωνο.
Βρισκόμαστε στα 1953, και δυο χρόνια μετά, το 1955 «Γραμμοφώνησε» τα πρώτα του τραγούδια. Το ξεκίνημα είχε γίνει, και ο Αλέκος Κιτσάκης έγινε αποδεκτός από το Πανελλήνιο.
Εδώ πρέπει να επισημάνω ότι ο Αλέκος Κιτσάκης εκτός από μεγάλος τραγουδιστής, είναι και ένας «πολυγραφότατος» στιχουργός δημοτικών τραγουδιών, αλλά και συνθέτης, και έχει υμνήσει την πατρίδα του την Ήπειρο σε μεγάλο βαθμό.
Στα 100 τραγούδια του, τα 80 μιλούν για την Ήπειρο, και για τους Ηπειρώτες, κάτι που έκανε τους Ηπειρώτες σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη να τον λατρεύουν και να τον καλούν σε όλες τις εορταστικές εκδηλώσεις.
Μια από τις έξι φορές που πήγε στην Αυστραλία, το 1983, έδωσε συναυλία σε ανοικτό χώρο και μάζεψε 120.000 κόσμο.
Αυτό το γεγονός έκανε μια εφημερίδα της ομογένειας να γράψει:
«Η επίσκεψη του μεγάλου Έλληνα τραγουδιστή Αλέκου Κιτσάκη στην Αυστραλία, επισκίασε και αυτή του Κωνσταντίνου Καραμανλή.