Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Ηπειρώτικο Πολυφωνικό Τραγούδι

Το Ηπειρώτικο Πολυφωνικό Τραγούδι αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές φόρμες στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια αλλά και στο παγκόσμιο ρεπερτόριο της Λαϊκής Πολυφωνίας.
Η καταγωγή αυτής της πολυφωνικής φόρμας, παρόλο που η έρευνα δεν έχει καταλήξει ακόμη σε βέβαια συμπεράσματα, πιθανά να ανάγεται σε πολύ παλιές (ίσως ακόμη και προελληνικές) εποχές. Οι μελωδίες των πολυφωνικών τραγουδιών, μαζί με ορισμένα ακόμη της Ηπείρου και της Θεσσαλίας) είναι οι μοναδικές στον ελλαδικό χώρο που έχουν διατηρήσει την ανημίτονη πεντατονική κλίμακα (κλίμακα που αποτελείται από πέντε νότες χωρίς ημιτόνια). Η κλίμακα αυτή, σύμφωνα με κάποιους μουσικολόγους, ταυτίζεται με το δώριο τρόπο των αρχαίων Ελλήνων, την κατεξοχήν «ελληνική αρμονία». Δίπλα στην κλίμακά του, στοιχεία που συνηγορούν στην παλαιότατη καταγωγή του είδους αποτελούν ο φωνητικός, ομαδικός, ρητορικός και τροπικός του χαρακτήρας.

Στις μέρες μας το ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι το συναντάμε στα βορειοδυτικά του Νομού Ιωαννίνων (χωριά του Πωγωνίου, Παρακάλαμος, χωριά βόρεια της Κόνιτσας), σε ελάχιστα χωριά στα βορειοανατολικά της Θεσπρωτίας (Τσαμαντάς, Λιάς, Βαβούρι, Πόβλα) και, κυρίως, στη Βόρειο Ήπειρο, στα χωριά της ελληνικής μειονότητας στα νότια της Αλβανίας (Δερόπολη, Άνω Πωγώνι, Βουθρωτό, Χειμάρα).



ΡΟΛΟΙ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

Παρτής ή πάρτης ή σηκωτής είναι εκείνος που τραγουδά την κύρια μελωδία, αρχίζοντας, «παίρνοντας» ή «σηκώνοντας» το τραγούδι.
Του απαντά ο δεύτερος που «γυρίζει» ή τσακίζει» το τραγούδι, για αυτό λέγεται και γυριστής.
Μερικές φορές, στη θέση του γυριστή, ή σύμφωνα με κάποιους μουσικολόγους, παράλληλα με αυτόν, συναντάμε το ρόλο του κλώστη, ο οποίος κάνει ιδιόμορφους λαρυγγισμούς, «κλώθωντας» το τραγούδι ανάμεσα στην τονική και την υποτονική της μελωδίας, τεχνική που θυμίζει την κίνηση του χεριού που κρατά το αδράχτι και κλώθει το νήμα.
Ρόλος που απαντά συχνά αλλά όχι πάντα, είναι ο ρόλος του ρίχτη, ο οποίος «ρίχνει» το τραγούδι στο τέλος του προλογίσματος του παρτή, τραγουδώντας ένα επιφώνημα ( π.χ. «αχ ωχ ωχ», «άντε βρε») μια τετάρτη κάτω από την τονική της μελωδίας, ξεκουράζοντας τον παρτή και ενώνοντας το προλόγισμά του με την είσοδο των ισοκρατών.
Τα υπόλοιπα μέλη της πολυφωνικής ομάδας, οι ισοκράτες, κρατούν το «ίσο», δηλαδή το φθόγγο της τονικής της μελωδίας, δημιουργώντας την τροπική βάση του τραγουδιού. Ο ρόλος των ισοκρατών είναι ιδιαίτερα σημαντικός και όσο δυνατότερο είναι το ισοκράτημα τόσο πιο «βρονταριά πάει το τραγούδι». Η αρτιότητα της ερμηνείας του πολυφωνικού τραγουδιού προϋποθέτει την ύπαρξη αλλά και το σμίξιμο των διαφορετικών φωνών – ρόλων της πολυφωνικής ομάδας. Έτσι, το πολυφωνικό τραγούδι προϋποθέτει τη συλλογικότητα της έκφρασης αλλά και την αυστηρή διακριτότητα των ρόλων που απηχεί και την άγραφη ιεραρχία στη σύνθεση της ομάδας και στην κατανομή των ρόλων.




δείτε και την εκπομπή ''ελλήνων δρώμενα'' με αφιέρωμα στο πολυφωνικό τραγόυδι...

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΣΙΑΤΡΑ (ολοκληρη)

Πότε και πώς ασχοληθήκατε με το ηπειρώτικο δημοτικό τραγούδι;
«Κατάγομαι από την Καρίτσα, ένα χωριό της Δωδώνης, 20 χιλιόμετρα έξω από τα Γιάννενα. Σπούδασα για δύο χρόνια στο τότε παράρτημα της Ζωσιμαίας Σχολής στη Ζίτσα. Παράλληλα, τη δεκαετία του ’60 επαναλειτούργησε η Ριζάρειος Σχολή ύστερα από 20 χρόνια, η οποία είχε κλείσει λόγω του πολέμου του ’40. Λειτούργησε, λοιπόν, ως Ανώτατο Εκπαιδευτικό Φροντιστήριο, απέναντι από τον Ευαγγελισμό στην Αθήνα. Εκεί όπου πλέον έχει απομείνει μόνο η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Εμείς όταν ήρθαμε στην Αθήνα, προλάβαμε τα τότε κτίρια της Σχολής, των οποίων τα εγκαίνια είχαν γίνει το 1845! Ένα χρόνο νωρίτερα είχε πεθάνει ο τελευταίος από τα αδέρφια Ριζάρη, ο Γεώργιος και λίγο νωρίτερα ο Μάνθος. Έτσι, δεν είχαν προλάβει να δώσουν το «παρών» στα εγκαίνια. Αυτοί, οι συμπατριώτες μας (σ.σ. οι Ηπειρώτες) είχαν φαεινή ιδέα και γενικότερα οι εθνικοί ευεργέτες, που προσέφεραν τα μέγιστα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Όλοι αυτοί έβαλαν πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη και τι δεν έφτιαξαν! Τη Ριζάρειο Σχολή, τμήματα του Πανεπιστημίου Αθηνών, την Εθνική Βιβλιοθήκη, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο, πιο δίπλα το Μουσείο, το Αστεροσκοπείο, το Καλλιμάρμαρο Στάδιο, το θωρηκτό «Αβέρωφ» και βέβαια άφησα για τελευταίο, ως ειδική αναφορά, το Ζάππειο Μέγαρο! Που πηγαίνουν διάφοροι πολιτικοί τώρα εκεί μέσα και «σιούτες», τίποτε! Δεν τους ανάβουν ούτε ένα κεράκι μέσα στο χρόνο, αυτών… των εθνικών μας ευεργετών! Που οι περισσότεροι από αυτούς έμειναν ανύπαντροι για να υπάρχουν κληρονόμοι!
Αν δεν ήταν αυτοί οι συμπατριώτες μας και δεν ξέρω τι θα είχε γίνει από όλα αυτά... Να αναφέρουμε και τον Γεώργιο Σταύρου, που πήρε πρωτοβουλία για να γίνει η Τράπεζα, δεν άφησε ξένους να το κάνουν, και τώρα ούτε η φωτογραφία του δεν είναι στα υποκαταστήματα.

Όπως στην Αθήνα, έτσι και στα Γιάννενα, έγιναν η Παπαζόγλειος Σχολή, η Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, η Βιβλιοθήκη...

Εκείνη, λοιπόν, τη χρονιά που επαναλειτουργούσε η Ριζάρειος Σχολή, είχαμε κάποιους γνωστούς εδώ και μας ενημέρωσαν πως ανοίγει. Έτσι κατόπιν εξετάσεων στη Δευτέρα τάξη του τότε Γυμνασίου (σ.σ. σημερινού Λυκείου), εισήχθην στη Σχολή και σπούδασα για έξι χρόνια. Τα οποία και αναπολώ με μεγάλη λαχτάρα, με καημό, με πόνο! Πήγαμε παιδάκια και βγήκαμε... ηλικιωμένοι. Άντρες, κατευθείαν για τον στρατό. Αυτή η Σχολή γαλουχούσε και έκανε άξιους λειτουργούς του Υψίστου, δηλαδή ιερείς. Εκεί μάθαμε πολλά!»


Η Ριζάρειος είχε κάποια συγγενή σχέση με τη Σχολή Βελά στα Γιάννενα;
«Είναι... πρώτα ξαδέρφια. Απλώς, στη Σχολή Βελά μπορούσες να γίνεις και δάσκαλος. Εγώ ιερέας δεν έγινα, αλλά δεν παύω ποτέ να αγαπώ και να εκτιμώ το ράσο! Στη Σχολή πήρα και πολλά εφόδια. Εκτός από τα μαθήματα, αποκόμισα εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, ενώ είχαμε και εξαιρετικούς καθηγητές. Από την πρώτη στιγμή που πηγαίναμε τον Σεπτέμβριο έως το τέλος της σπουδαστικής χρονιάς τον Ιούνιο, μας παρέχονταν όλα δωρεάν. Τα πάντα! Πηγαίνω στο μέρος καμιά φορά και θυμάμαι, πού κάναμε μαθήματα, έως και πού τραγουδούσαμε, γιατί κάναμε βυζαντινή μουσική... Παιδιά τότε, 18-20 χρονών, τραγουδούσαμε μέσα στις αίθουσες και έσκαγαν τα τζάμια! Πριν είχα το ταλέντο, το τάλαντο κατά τη θρησκευτική ορολογία, είχα και τα πρώτα ακούσματα από τη μητέρα μου η οποία τραγουδούσε πολύ καλά! Στη Σχολή, όμως, ήταν που φάνηκε η δύναμη και η αξία της φωνής μου.

Θυμάμαι πως, πολλές φορές, όταν τελείωνε το μάθημα μου έλεγε ο καθηγητής να πω κι ένα «κλέφτικο» τραγούδι... «Όλες οι καπετάνισσες, τον καπετάνιο, σκλαβώθηκαν οι ορφανές, προσκύνησαν οι μαύρες κι αυτή η Λεν’ του Μπότσαρη δεν πάει να προσκυνήσει»



Εκεί ασχοληθήκατε, δηλαδή και με την ψαλτική;
«Ε, βέβαια, υποχρεωτικά! Γιατί ως σπουδαστής προοριζόμουν για ιερέας και έπρεπε να προετοιμαστώ σε όλους τους τομείς. Εκτός του τελετουργικού, δηλαδή σε θρησκευτικού περιεχομένου, ήταν κι άλλα μαθήματα όπως η βυζαντινή μουσική. Την οποία, όταν τελείωσα τη Σχολή, δεν την καλλιέργησα. Δεν ξέρω, όμως αν το έκανα, ίσως να ήμουν ένας απλός καθηγητής και όχι αυτός που είμαι σήμερα. Αυτός που με οδήγησε το παραδοσιακό ηπειρώτικο τραγούδι να είμαι.

Αφού τελείωσα τη Σχολή, πήγα για δύο χρόνια στο στρατό και επέστρεψα στην Αθήνα. Εκείνο τον καιρό η τότε ΕΙΡΤ, η κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση, έδειξε ενδιαφέρον για τους νέους τραγουδιστές και τα παραδοσιακά συγκροτήματα. Τότε άρχισε η τηλεόραση και το ραδιόφωνο να παρουσιάζουν δημοτικά τραγούδια. Έτσι έκανα αίτηση κι εγώ... Ήμουν, επίσης, μέλος της «Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας» και από τα χρόνια που φοιτούσα στη Ριζάρειο είχα γνωριστεί με τον τότε πρόεδρό της, Λευτέρη Ματζίκα -με τον οποίο με είχε φέρει σε επαφή ο δημοσιογράφος της γιαννιώτικης εφημερίδας «Πρωινός Λόγος», Τάκης Θεμελής- όπως και με τον γραμματέα της Συνομοσπονδίας, Κώστα Γκόρτσο. Να αναφέρω εδώ για τον Τάκη Θεμελή πως γνωριστήκαμε όταν πήγα μια μέρα να αγοράσω την εφημερίδα του και του έδωσα δύο δραχμές αντί για μία που κόστιζε τότε και αυτό το δίφραγκο έγινε η αφορμή για να γνωριστούμε!

Δύο εβδομάδες, λοιπόν, πριν τελειώσω το στρατό, τραγούδησα για πρώτη φορά στο Πανηπειρωτικό πανηγύρι, 15 Οκτωβρίου του 1966, μπροστά σε κόσμο, αλλά και με συνοδεία οργάνων. Με είχε βάλει στο πρόγραμμα η Πανηπειρωτική. Και το πρώτο τραγούδι που είπα ήταν το «Εσείς βουνά της Κορυτσάς» και μετά το «Ν’ αναστενάξω μάνα, δεν μ’ ακούς».

Όταν, λοιπόν, τελείωσα και με τον στρατό, με έστειλαν στον Σίμωνα Καρρά και πήγα στα γραφεία της ΕΡΤ στη Ριγήλης για να τον βρω. Μεγάλη φυσιογνωμία! Από τα 90 του χρόνια, στα 70 είχε ασχοληθεί με το παραδοσιακό τραγούδι. Ήταν αυστηρός με την παράδοση, κάτι που προσωπικά μου άρεσε.

Πήγα, λοιπόν, τον συνάντησα και του λέω πως πηγαίνω εκ μέρους του Δημήτρη Ζαβαλά, δικηγόρου, μέλος της Πανηπειρωτικής κι αυτός και του Αλκη Μυρσίνη... Ο Σίμωνας Καρράς, με ρώτησε με τη σειρά του, το λόγο της επίσκεψης και για τις γνώσεις μου. Μόλις του είπα πως τελείωσα τη Ριζάρειο, δεν ήθελε να ακούσει τίποτε άλλο! Χωρίς να ακούσει τη φωνή μου, με έστειλε να κάνω αίτηση!

Έτσι κι έκανα και έδωσα το δοκιμαστικό μου στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου και μετά κατευθείαν σε επίσημο πρόγραμμα. Ένα από τα πρώτα τραγούδια ήταν η «Μαργιόλα» και μας έγραφε τότε ο Χρήστος Μοραμπάς, ο οποίος είχε τη μουσική επιμέλεια σε διάφορα θέατρα, κινηματογράφους και η γυναίκα του είχε καταγωγή από ένα χωριό λίγο έξω από τα Γιάννενα. Όταν, λοιπόν, άκουσε πως έλεγα τη «Μαργιόλα», ξετρελάθηκε! Έτσι, ενώ τα τραγούδια αυτά έπρεπε να ολοκληρώνονται σε χρόνο 3 λεπτά και 27 δευτερόλεπτα το καθένα, ο κ. Μοραμπάς μας έκανε νεύμα να συνεχίσουμε παρακάτω, να μην σταματήσουμε! Η πρώτη καταγεγραμμένη ηχογράφησή μου έγινε την Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 1970, ώρα 6.30 μ.μ. έως 8.30 μ.μ. Οι μουσικοί που με συνόδευαν ήταν στο κλαρίνο ο Τάσος Χαλκιάς, αυτή η τεράστια φυσιογνωμία, ο Κυριάκος Χαλκιάς στο βιολί, ο Φώτης Χαλκιάς στο λαούτο.

Η ΕΡΤ έστελνε αυτές τις εκπομπές για αναμετάδοση και στην Κέρκυρα κι έτσι έφτανε το σήμα και στη Βορειοδυτική Ελλάδα, όπου άκουγε για τον Σιάτρα, αλλά Σιάτρα δεν ήξερε! Ακολούθησαν οι τηλεοπτικές εκπομπές στην ΕΡΤ και την ΥΕΝΕΔ. Είχα αντιληφθεί πως για να φανώ, έπρεπε να χτυπήσω σε καίρια σημεία. Καταρχήν, να μην ασχοληθώ με το «γυφτοτράγουδο», κάτι το οποίο τηρώ ακόμη με θρησκευτική ευλάβεια. Αντιλήφθηκα τη δύναμη της Πανηπειρωτικής και τέλος τον ρόλο του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Στην ΕΡΤ έδινα ό,τι υλικό κι αν μου ζητούσαν. Τραγούδια για τις Απόκριες, του Γάμου, της Άνοιξης, της εργατιάς, της ξενιτιάς, της αγάπης, βουκολικά, ιστορικά, οτιδήποτε περιελάμβανε ο κύκλος της ζωής του ανθρώπου... Από τη γέννηση, μέχρι τον θάνατο...

Επίσης, σε κέντρο διασκέδασης τραγούδησα για πρώτη φορά τη σεζόν ’71-’72, πρώτα στα «Κυπαρίσσια» στους Αγίους Αναργύρους, την επόμενη χρονιά στη «Τζαβέρνα» και κατόπιν στο «Ελληνικό χωριό» μέχρι το ’82. Μετά είχε ανοίξει ο Δημήτρης Βάγιας το «Ηπειρώτικο Σαλόνι» στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, όπου έμεινα για δύο χρόνια, μέχρις ότου να πάω το 1984 στην Ομόνοια, στο «Ήπειρος, αγάπη μου», το 1985 –δίπλα- στα «Αηδόνια» κι έκτοτε, εκτός από μία διακοπή δύο χρόνων, είμαι στο «Ηπειρώτικο Σαλόνι».




Τι σημαίνει για εσάς παραδοσιακό τραγούδι;
«Πολλοί μιλούν για την παράδοση, μα εγώ αποκρίνομαι πως την ψάχνω τόσα χρόνια και δεν μπορώ να τη βρω! Πώς μιλάει ο καθένας τόσο εύκολα γι΄ αυτήν... σαν να ΄ναι μια τσίχλα που πας να μασήσεις; Παράδοση είναι ό,τι έχει σχέση με το χθες, το σήμερα, αλλά και το αύριο... Παράδοση είναι ό,τι μας συνδέει με τις παλιότερες γενιές, με την Ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα, τους γάμους, την κοινωνική ζωή του κάθε τόπου, χωρίς παραφθορές και αλλοιώσεις, όπως συνηθίζεται σήμερα... Το δημοτικό τραγούδι χαρακτηρίζεται για τον καλοφτιαγμένο στίχο του, την πλήρη ορθότητα του νοήματος, τη σωστή του μουσική επένδυση, την οποία έδωσε ο θυμόσοφος λαός και τη σωστή του ερμηνεία, την οποία εμείς οφείλουμε να αποδίδουμε.

Ποιος είναι ο ανώνυμος «Γιάννης με το μαντήλι»; Τον ρωτάει η μάνα του «Τι το ‘χεις λερωμένο», για να πάρει απάντηση «το λέρωσε η ξενιτιά, τα έρημα τα ξένα» και ακολουθεί η μάνα «πέντε ποτάμια το ‘πλενα, λερώσαν και τα πέντε, ‘πάεσαν πουλιά να πιουν νερό και ‘χάσαν τη λαλιά τους». Είναι ένα τραγούδι, που διαιωνίζεται δια του προφορικού λόγου, που είναι κι ό,τι καλύτερο, γιατί αυτό σημαίνει πως έχει αξία, δύναμη, βάσεις και ρίζα. Το δημοτικό τραγούδι είναι όπως ένας πλάτανος, με ρίζες βαθιά μέσα στο χώμα...

Με τις ρίζες θα ασχολείσαι, όχι με τα κλαδιά που είναι ψηλά στον αέρα! Τα κλαδιά έρχονται και παρέρχονται, πέφτουν και τα φύλλα τους, ενώ η ρίζα μένει... Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, από τότε που υπάρχει ελληνικό γένος, διατηρείται και θα το διατηρούμε!

Τόσο σαν Έλληνες, αλλά ειδικότερα σαν Ηπειρώτες, πιστεύω πως το δημοτικό τραγούδι που έχει η πατρίδα μας, δεν το έχει άλλος λαός στον κόσμο! Είναι τόσο στενά συνδεδεμένο με την ιστορία αυτού του τόπου και του κόσμου του, που όσο κι αν θέλουν ορισμένοι να ξεριζώσουν αυτή τη ρίζα, δεν θα τη βγάλουν... Κι αυτό φαίνεται περισσότερο σε αυτά τα καλύτερα παιδιά που έχουμε εκτός συνόρων, τους μετανάστες μας. Στην άλλη Ελλάδα...»




Έχετε ταξιδέψει πολλές φορές στο εξωτερικό. Ποια είναι η σχέση σας με τους Έλληνες της διασποράς;
«Λένε πως οι Έλληνες του εξωτερικού είναι δυο φορές Έλληνες, αλλά μήπως είμαι εγώ... μια φορά; Εγώ δεν είμαι καμία! Αυτοί είναι οι Έλληνες και εγώ δεν είμαι τίποτε! Στα τόσα ταξίδια που έχω κάνει στο εξωτερικό, έζησα από κοντά τον καημό και τον πόνο τους. Τη λαχτάρα και την αγάπη τους για τη γενέτειρα γη... Κάθε φορά που πηγαίνω, παίρνω και καινούργια μηνύματα από αυτόν τον κόσμο»



Θυμάστε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, που να σας έχει μείνει;
«Χίλια δυο είναι, όχι μονάχα ένα... Για πού να πω; Για την Αυστραλία, για εκεί όπου χάνεται ο ήλιος, στο Σαν Φραντσίσκο, πιο κάτω στη Φλόριδα, στο Κλίαρ Γουότερ, στην Τάμπα... Αγαπούν, νοσταλγούν, θέλουν κι ο καημός τους είναι το πότε θα γυρίσουν στην πατρίδα. Βέβαια, τώρα με την ανάπτυξη των ΜΜΕ, είναι διαφορετικά. Ας πούμε μια γιαγιά με τα εγγονάκια μπορεί να δει μέσω της τηλεόρασης το τι γίνεται στην Ελλάδα, κάτι που είναι μεγάλο πράγμα.

Πριν από λίγο καιρό ήμουν στο Σικάγο, σε μια αδελφότητα, τα μέλη της οποίας ήταν τρίτη γενιά μετανάστες, αλλά ήταν αξιοθαύμαστο το πόσο καλά ελληνικά μιλούσαν... Όταν, μάλιστα, ήρθε η ώρα του φαγητού σηκώθηκαν όλοι και είπαν το «Πάτερ Ημών»... Εδώ, στην πατρίδα, δυστυχώς αμφιβάλλω αν γνωρίζουν αυτή την προσευχή τα νέα παιδιά... Οι μετανάστες μας μπορεί να ζουν στα πέρατα του κόσμου, σε έναν ξένο, αλλά φιλόξενο τόπο, που η μοίρα τους έστειλε εκεί, αλλά δεν ξεχνάνε, τι είναι, τι ήταν και τι πρέπει να είναι...

Εκεί που πήγαν δεν είχαν εφόδια, πέρα από τις ευχές των γονιών τους, αλλά πρόκοψαν, μεγαλούργησαν.

Μια φορά που πήγα στο Σίδνεϊ, ρώτησα να μάθω πώς είναι τα πράγματα εκεί και μου αποκρίθηκαν... «Βλέπεις τη θάλασσα στο Σίδνεϊ; Όλη αυτή την περιοχή της θάλασσας την ελέγχουν δυο παιδιά δικά μας!»

Σε όλα αυτά πρέπει να τονίσω πως είναι τεράστια η συμμετοχή και η συμβολή της Εκκλησίας. Τεράστια! Από έναν απλό παπά, μέχρι τον Αρχιεπίσκοπο. Πρέπει να στηρίζουμε, να τονώνουμε την Εκκλησία στο εξωτερικό.

Θυμάμαι μια άλλη ιστορία ενός συμπατριώτη μας στη Μελβούρνη... Την ημέρα που έφυγε από το χωριό του ήταν 22 χρονών και οδηγός του λεωφορείου των ΚΤΕΛ ήταν κάποιος από ένα διπλανό χωριό. Όταν άρχισαν το μοιρολόι οι γυναίκες, τους είπε: «Αφήστε το παιδί να πάει να βρει μια καλύτερη τύχη». Ωστόσο, αν και στην Αυστραλία «φτιάχτηκε» και πάνε πολλά χρόνια από όταν έφυγε, δεν είδε ούτε ένα όνειρο που να του έδειχνε πως είναι εκεί... Όταν κοιμάται, ονειρεύεται πως είναι στο μεσοχώρι, στον τόπο του!

Την ποιότητα του ελληνισμού της διασποράς δεν χρειάζεται να την ψάξεις, φαίνεται από μόνη της, πάλλεται!

Όταν ήταν στην επικαιρότητα το «Μακεδονικό ζήτημα», βρέθηκα πάλι στο Σίδνεϊ... Λεφούσια ο κόσμος στις διαδηλώσεις! Κι όλοι οι πατριωτικοί σύλλογοι αδελφοτήτων με συμβολικά ονόματα των ηρώων μας... Όλα συνδέουν την πρώτη γενιά που πήγε εκεί, με αυτή που είναι τώρα και με αυτή που έρχεται...»




Μέχρι την περυσινή σεζόν διδάσκατε παραδοσιακό τραγούδι και στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων... Θεωρείτε πως, γενικότερα η πολιτεία στηρίζει επαρκώς το παραδοσιακό τραγούδι και τι θα προτείνατε εσείς;
«Σε όλα αυτά που υποτίθεται πως κάνει ως ενέργειες το υπουργείο Πολιτισμού και η πολιτεία, είχα πει από χρόνια πως είναι απαραίτητο να συμπεριληφθούν όχι απλώς μουσικά Γυμνάσια, αλλά Ακαδημίες. Έχουμε Εθνική Λυρική Σκηνή, Εθνικό Θέατρο, Εθνική... μπάσκετ, ποδοσφαίρου και στίβου –βεβαίως- αλλά δεν έχουμε Εθνικό φορέα για το τραγούδι, που ενώ είναι εθνικό, πέρα για πέρα, δεν το ‘χουμε εθνικό! Να υποθέσω πως το ‘χουμε... αντεθνικό; Μας πειράζει, δηλαδή; Πώς δίνουμε για άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις πακτωλό χρημάτων; Μου ‘χε πει κάποτε ο Ζαμπέτας... «Τι λες, μωρέ παιδάκι μου, ντορβά ολόκληρο παίρνουνε!» Και δεν δίνουμε για το ομορφότερο και πολυτιμότερο έχει να επιδείξει ο θυμόσοφος λαός μας, το δημοτικό τραγούδι!

Ποιο άλλο κράτος έχει αυτόν τον πλούτο; Άλλο τραγούδι στην Ήπειρο, άλλο στη Θεσσαλία, στη Θράκη, τη Μακεδονία, τα Νησιά, στην Κρήτη, στο Μοριά, στη Ρούμελη, στη Μικρασία, τα Πολίτικα, τα Κυπριώτικα, τα πολυφωνικά της Βορείου Ηπείρου...

Και ακόμη πιο συγκεκριμένα, στην Ήπειρο... Αλλιώς χορεύουν και τραγουδάνε στα καμποχώρια και διαφορετικά η αστική τάξη της πόλης των Ιωαννίνων. Αλλιώς στο Ζαγόρι κι αλλιώς στην Κόνιτσα, στο Πωγώνι, στη Δωδώνη. Όπως λέει μια τοπική παροιμία «στο Ζαγόρι χορεύουν και στο Πωγώνι γλεντάνε»... Στα πανηγύρια στο Ζαγόρι ακολουθούν το ίδιο βήμα ο πρώτος με τον τελευταίο κι ας είναι εκατό στο χορό! Ενώ στο Πωγώνι λένε «χαρά στον πρώτο κι αλίμονο στον τελευταίο», γιατί εκεί ο πρώτος του χορού θέλει τα τσαλίμια και τις γαλιφιές του κάθε μουσικού και αντίστοιχα ο κάθε μουσικός μπορεί να έχει υπόψη του τι καημό κουβαλάει αυτός που χορεύει... Και θα του τραγουδήσουμε κι από κοντά και θα κλάψει –όχι στα «χαμένα»- αλλά γιατί το αισθάνεται! Αυτή είναι η αξία του δημοτικού τραγουδιού... Η άμεση επαφή του κόσμου με τα λαλούμενα...

Για τι να πούμε; Για τα πολυφωνικά της Βορείου Ηπείρου, για τα τραγούδια των χωριών της Θεσπρωτίας, για τον ορεινό όγκο της Μουργκάνας, τα χωριά της Παραμυθιάς, στο Μαργαρίτι, άλλα ακούσματα στην Πρέβεζα, άλλα στο πεδινό της Άρτας, άλλα τα ορεινά... Στο Μέτσοβο, στα Τζουμέρκα. Αυτό δείχνει πως αυτό ο τόπος για να βγάλει τόσα πολλά είδη μουσικής είχε κάποια δύναμη στην ψυχή του. Έτσι και η ποικιλία στις παραδοσιακές φορεσιές. Στο Μέτσοβο, λόγω ιδιοσυγκρασίας θέλουν να ακούν τον συγκαθιστό, περήφανο, χορό... Πιο κάτω, όμως, πρώτα θέλουν το μοιρολόι. Είτε σε χαρά, είτε σε οποιαδήποτε κοινωνική εκδήλωση. Αν δεν πούμε ένα μοιρολόι, το γλέντι δεν ξεκινάει!...»





Μας το εξηγείτε αυτό κύριε Σιάτρα; Γιατί ξεκινούν τα γλέντια με το μοιρολόι;
«Όταν κάνουμε τη χαρά, δεν γλεντάμε με σιωπή μονάχα. Είμαστε στην επίγεια ζωή, αλλά καλούμε κι αυτούς οι οποίοι «φύγανε» ή είναι αλλού στην ξενιτιά, αλλά ειδικά αυτούς που είναι στον Κάτω Κόσμο τους καλούμε να λάβουν κι αυτοί μέρος στη μεγαλύτερη κι ιερότερη στιγμή της ζωής, στον γάμο... Κι όταν πηγαίνουν τα όργανα, κάθονται στην ανάλογη θέση κι αμέσως παίζουμε το μοιρολόι... Στη «Μαργιόλα», ας πούμε, καλεί ο ζωντανός τον νεκρό και μιλάνε, που αυτό λογικά δεν είναι δυνατόν να συμβεί... Στο δημοτικό τραγούδι, όμως, συμβαίνει!

Ένα τέτοιο είδους διαλογικό τραγούδι θυμίζει, βέβαια, τραγωδία, αλλά είναι τόσο ωραίο και παραστατικό... Το ηπειρώτικο μοιρολόι κυλάει εδώ και αιώνες... Σε όποια εκδήλωση κοινωνική, αν δεν αρχίζουμε και δεν τελειώσουμε με ηπειρώτικο μοιρολόι, δεν γίνεται!

Δυστυχώς, η Πολιτεία δεν μεριμνά και δεν φροντίζει όσο θα έπρεπε το δημοτικό τραγούδι»





Τι θα έπρεπε να γίνει επιπλέον;
«Λέμε για το Μέγαρο Μουσικής... όπου εκεί φιλοξενούνται όλα τα είδη μουσικής, εκτός απ’ τη δημοτική! Γιατί δεν τη βάζεις αυτή τη μουσική στο πρόγραμμα του Μεγάρου; Καλή και Καμεράτα, βεβαίως, αλλά... Ντρέπεσαι να πεις ότι η παράδοσή μας είναι η φουστανέλα, που εκφράζει τον στεριανό κόσμο και τόπο της πατρίδας μας ή η βράκα που έχουν τα νησιά; Ε, αν συμβαίνει αυτό, ας μην μιλάς ελληνικά, να μιλάς ξένα! Αν δεν σε εκφράζει αυτό το είδος μουσικής...

Μήπως δεν πουλάει το δημοτικό τραγούδι; Ποιος το λέει αυτό; Εμείς, δηλαδή, τι δουλειά κάνουμε; Εσύ πού απευθύνεσαι; Ας δοκιμάσουμε αν πουλάει ή αν το αγαπάει ο κόσμος το δημοτικό τραγούδι...! Όχι, μόνο πουλάει και το αγαπάνε, αλλά αυτό συμβαίνει και σε μεγάλο ποσοστό!

Δυστυχώς, ούτε μερίμνησε, ούτε φροντίζει η εκάστοτε πολιτεία... Χρειαζόμαστε όχι μεμονωμένες ενέργειες, αλλά βάσεις. Αν τραγούδησε ο Σιάτρας μία φορά, δεν λέει τίποτε!

Οι σημερινοί νέοι δεν ζουν με τα ήθη και τα έθιμα της ελληνικής υπαίθρου, αλλά σε ένα άλλο αστικό περιβάλλον. Αυτό σημαίνει άλλες συνήθειες, ότι χρησιμοποιούν άλλου είδους φράσεις όπως «δικέ μου, κολλητέ, μου την έπεσε κ.λ.π.», αλλά δεν είναι αυτή η ελληνική γλώσσα! Η δική μας είναι η μητέρα των γλωσσών... Πώς γίνεται οι νέοι μας να χρησιμοποιούν μόνο… 300 λέξεις;

Πιστεύω, πάντως, πως τελικά κάποιος θα βρεθεί και θα φροντίσει αυτό το είδος της Ιστορίας μας. Γιατί, είναι κρίμα να χαθεί αυτός ο πλούτος... Πρέπει να διαφυλάξουμε τα δημοτικά τραγούδια σαν κόρη οφθαλμού. Σαν λαός και σαν έθνος.

Έπρεπε να είχαν γίνει όχι απλώς Μουσικά Γυμνάσια, αλλά Ακαδημίες. Να διδάσκεται κι ο χορός και το τραγούδι και η μουσική, τα ήθη, τα έθιμα, οι παραδόσεις και όλα αυτά συνεχώς να προβάλλονται από τα Μ.Μ.Ε. Όχι, μόνο από τα κρατικά Μέσα...»





Κάποιοι υποστηρίζουν, πως προσθέτοντας παραδοσιακά στοιχεία σε πιο σύγχρονα, ως προς τον ήχο τραγούδια, είναι ένας τρόπος για να περάσεις κάποια πράγματα στους πιο νέους…
«Αυτό δεν είναι δημοτικό τραγούδι! Το δημοτικό τραγούδι, καταρχήν, δεν έχει στιχουργό. Αυτό τον ρόλο τον έχει ο ανώνυμος λαός. Πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ένα τέτοιο τραγούδι ως δημοτικό; Προσωπικά, δεν μπορώ να το καταλάβω... Ούτε δημοτικοφανές δεν είναι! Σε τι χαρακτηρίζεται αυτό το είδος; Για τη μουσική του; Μα ο ρυθμός του είναι απλοϊκός… Αυτό είναι για τους τουρίστες!

Μου φαίνεται πως όπως χόρευαν παλιότερα οι τουρίστες, θα το κάνουν, πλέον, οι Έλληνες!

Βέβαια, σήμερα δεν μπορούμε να βρούμε τις παλιές επιρροές της ελληνικής υπαίθρου, αλλά θα βρούμε την ελληνική λεβεντιά… Πώς χαιρόμαστε ένα ωραίο χορευτικό; Το τέλειο ποτέ δεν μπορούμε να το φτάσουμε, ούτε τα πρώτα που έφτιαξαν οι πρόγονοί μας. Εκείνοι είναι που έφτιαξαν δημοτικό τραγούδι. Εφόσον, λοιπόν, αυτό είναι η Ιστορία σου, πάρ’ το, «λαμπικάρισέ» το, κοσκίνισέ το, αλλά μην «του βγάζεις τα μάτια»! Κάτι που δεν έφτιαξες, δεν έχεις και το δικαίωμα να το χαλάσεις»


Υπάρχει η άποψη πως η παράδοση είναι «αυτό που ακούσαμε από αυτούς που μας το μετέφεραν και εμείς το παραδίδουμε στην επόμενη γενιά, με τις δικές μας επιρροές, εξού και παράδοση». Εσείς ποιόν τρόπο θα συστήνατε σε ένα νέο παιδί, ώστε να πάρει την παράδοση και να την μεταφέρει στην επόμενη γενιά;
«Αν την πιστεύει, θα την παραδώσει, αν δεν την πιστεύει, δεν θα την παραδώσει. Εγώ την πιστεύω και τη νιώθω και η παράδοση έχει πολλούς πιστούς το δημοτικό τραγούδι. Προσωπικά, όπου κι αν πάω, βρίσκω τον εαυτό μου δικαιωμένο. Ίσως επειδή ήμουν χαρακτηριστικός από το ξεκίνημά μου και δεν παρέκκλινα από την παράδοση»




Παρακολουθείτε άλλα είδη μουσικής;
«Ναι, μπορεί να παρακολουθώ ορισμένες φορές, να αντιλαμβάνομαι και να γνωρίζω ότι ένα τραγούδι στο είδος του είναι καλό. Ωστόσο, δεν σημαίνει ότι με εκφράζει. Δεν με οδηγεί στο να τραγουδήσω, να χορέψω ή να νιώσω κάτι... Δεν έχω ανάλογα βιώματα. Μπορεί να παραδεχτώ κάποιον σαν καλλιτέχνη, αλλά δεν με συνδέει κάτι κοινό.

Βέβαια, δεν είμαι και των άκρων να πω ότι δεν θα ακουστεί κι αυτό το είδος της μουσικής, όμως δεν πρέπει να αφήσουμε κι αυτόν τον λαϊκό πολιτισμό να φύγει. Πού θα στηριζόμαστε αν δεν έχουμε τη βάση μας... Στον αέρα;»




Σας αρέσει να τραγουδάτε άλλο είδος δημοτικής μουσικής, εκτός από τα ηπειρώτικα;
«Βέβαια... Επειδή, η Ήπειρος γειτνιάζει με τη στεριανή Ελλάδα, όπου υπάρχουν ωραία ακούσματα, όπως τα συρτά, τα καλαματιανά, τα τσάμικα, τα τραγούδια της τάβλας, τα ιστορικά, τα κλέφτικα. Από την άλλη μεριά, είναι και τα νησιώτικα, που έχουν μια γλυκύτητα τόσο στους ρυθμούς, όσο και στα λόγια...

Τον πλούτο που έχει η Ήπειρος, όμως, δεν τον συναντάμε πουθενά αλλού. Δεν το λέω επηρεασμένος από την καταγωγή μου. Αυτό φαίνεται στη μεγάλη ποικιλία. Κάθε περιοχή της Ηπείρου έχει τη δική της ενότητα και χορεύει, τραγουδάει, εκφράζεται, μιλάει με τον δικό της τρόπο. Αυτό δείχνει ένα λαό που κάτι ένιωσε και έβγαλε αυτόν τον πλούτο»




Ποιο μπορεί να είναι το μέλλον του ηπειρώτικου τραγουδιού;
«Δεν θέλω να είμαι απαισιόδοξος. Ελπίζω και εύχομαι να υπάρξουν και νεότεροι που θα ακολουθήσουν, αλλά με τη συμβολή της πολιτείας... Τα ξενόφερτα στοιχεία κατακλύζουν, πλέον, την κοινωνία μας και σαν οδοστρωτήρες προσπαθούν να σβήσουν αυτόν τον πολιτισμό, αλλά πρέπει να αμυνόμαστε και να προβάλλουμε τον πολιτισμό μας»




Έχετε ξεχωρίσει νεότερους συναδέλφους σας που να υπηρετούν το παραδοσιακό τραγούδι;
«Υπάρχουν, αλλά καταφεύγουν πολλές φορές σε άλλα τραγούδια που είναι πιο εύκολο να τα τραγουδήσει κανείς, όμως το τραγούδι δεν τραγουδιέται, ερμηνεύεται! Και πρέπει να γνωρίζει κανείς τι λέει το κάθε τραγούδι, ποιο είναι το νόημά του, πότε βγήκε, γιατί το τραγουδούν έτσι. Να μαθαίνει δια του προφορικού λόγου και μέσα από βιβλία.

Στα παλιότερα χρόνια, βέβαια, υπήρχαν συγκεκριμένες δουλειές, όπου επάνω στην εργασία φτιαχνόταν ένα τραγούδι, ενώ δεν είναι κι η ξενιτιά όπως ήταν τότε. Τώρα έχουμε το ίντερνετ, το κομπιούτερ, διερχόμαστε μια άλλη φάση στην κοινωνία μας. Αλλά, άλλο η Ιστορία κι ο πολιτισμός κι άλλο η εξέλιξη...»





Έχει να φοβηθεί κάτι ο πολιτισμός από την εξέλιξη;
«Όχι, δεν πρέπει να φοβάται! Ο πολιτισμός είναι πιο δυνατός από την εκάστοτε εξέλιξη. Έτυχε κι εγώ να γεννηθώ σε κάποια άλλη εποχή... Ο πολιτισμός πρέπει να είναι δυνατός κι εμείς να τον κάνουμε πιο δυνατό ακόμα. Έτσι νιώθω και αυτό πιστεύω. Δεν αλλάζει κάτι, αν μέχρι πριν κάποια χρόνια πηγαίναμε από την Αθήνα στα χωριά μας σε τρεις μέρες και τώρα θέλουμε 5 ώρες. Το ίδιο όνομα παραμένει... Δεν έχει σημασία αν σήμερα φοράμε διαφορετικά ρούχα... Μέσα μας παίζει ρόλο τι νιώθουμε και τι αισθανόμαστε! Και τότε ο «Γιάννης με το μαντήλι του» ήταν και τώρα επίσης είναι ο «Γιάννης με το μαντήλι»... Όπως, το ίδιο ισχύει για όλα τραγούδια της ξενιτιάς»




Στην εποχή που ζούμε η αποστάσεις έχουν μειωθεί και στη μουσική. Σας βρίσκει σύμφωνο η ανταλλαγή στοιχείων με άλλα ξένα είδη παραδοσιακής μουσικής;
«Την απάντηση θα τη δώσω με διαφορετικό τρόπο... Δημοσίευμα του 1973, που έχω κρατήσει, αναφέρεται στην ανταλλαγή στοιχείων της ανατολίτικης μουσικής με την ελληνική. Ο λόγος, βέβαια, για τα στοιχεία που –φαίνεται- πως δανείζονταν τότε πολλά τραγούδια της ελληνικού ρεπερτορίου...

Ωστόσο, η αλήθεια είναι άλλη... Πρώτα η ανατολική μουσική είχε δανειστεί μύρια στοιχεία από τη βυζαντινή και την ελληνική παραδοσιακή μουσική, γενικότερα!
Το 1973 ο μουσικολόγος Άλεν Ντανιέλ τα είχε γράψει αυτά, ο οποίος συμπληρώνει: «Χρειάζεται μεγάλο κουράγιο στους Έλληνες μουσικούς, που είναι οι θεματοφύλακες αυτής της πολιτιστικής μουσικής κληρονομιάς, η οποία προέρχεται από τον αρχαίο κόσμο ακόμη, για να συγκρατήσουν αυτήν την παράδοση, χωρίς να την πορνεύουν! Με διασκευές και αλλοιώσεις, που ευτελίζουν τον χαρακτήρα της»...
Όλα αυτά εν έτει 1973...»




Δηλαδή, το ενδιαφέρον των ξένων για την ελληνική μουσική είναι μια παλιά ιστορία;
«Ασφαλώς... Από παλιά ενδιαφέρονταν οι ξένοι για την ελληνική μουσική. Για να φέρουμε στον νου μας, για παράδειγμα, την ταύτιση του βαλς με τον ηπειρώτικο χορό «στα τρία», με τραγούδια όπως το «Κοντούλα Λεμονιά» ή το «Εμπάτε αγόρια στον χορό». Άραγε, τι να συμβαίνει; Οι Ηπειρώτες δανείστηκαν δυτικά στοιχεία; Όχι, βέβαια! Και έκαναν τραγούδια που είναι διαχρονικά... Φαντάσου, αυτά τα τραγούδια να είχαν και την ανάλογη προβολή και διαφήμιση. Να απολαμβάναμε τον θησαυρό μας, την πολιτιστική μας κληρονομιά στα πέρατα του κόσμου...

Το κράτος μας, όπως έχει τα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ, στο Μέγαρο Μουσικής –και καλά κάνει- γιατί να μην έχει εκεί και τους εκπροσώπους του ελληνικού παραδοσιακού τραγουδιού, από όλα τα διαμερίσματα της Ελλάδας; Στα Μουσικά Σύνολα είναι μουσικοί και εμείς δεν είμαστε; Και τι μουσικοί είναι που χρειάζονται να διαβάζουν από την παρτιτούρα για να παίξουν; Εγώ χωρίς να το «διαβάζω» λέω το τραγούδι, όπως όταν το πρωτόπα! Συμφωνώ να έχουμε και το άλλο είδος μουσικής, αλλά γιατί να είμαστε πιο πιστοί στην αυθεντική μας μουσική; Λέμε πως αυτά τα Σύνολα είναι «εθνικά» και τα παραδοσιακά τραγούδια, τι στο καλό είναι; Αντεθνικά; Και, βέβαια, δεν το αναφέρω σε προσωπικό επίπεδο. Αν δεν ήμουν, για παράδειγμα, εγώ, θα ήταν κάποιος άλλος... Αυτό το τραγούδι, δεν το κληρονόμησα, δεν είναι η ιστορία μου, δεν είναι το χθες και το σήμερα; Αν βάλεις μουσική στις άλλες ορχήστρες, χωρίς παρτιτούρες, αμφιβάλλω αν θα τα καταφέρουν. Όμως, τότε τι είδους μουσικοί είναι; Ο Τάσος Χαλκιάς δεν είχε ποτέ του παρτιτούρα για να παίζει με το κλαρίνο του τα τραγούδια. Αυτόν να είχαμε σήμερα με όλες αυτές τις δυνατότητες και τα Μ.Μ.Ε, τον «παππού» τον Τάσο Χαλκιά...»




Με ποιους μουσικούς έχετε συνδέσει την πορεία σας;
«Με τον Τάσο Χαλκιά ξεκινήσαμε, αλλά πιο νωρίς, το ’66, με είχε συνοδέψει ο Φίλιππος Ρούντας. Αργότερα, είχα την ευτυχή συγκυρία να κάνω πολλές ηχογραφήσεις που βρίσκονται στο αρχείο της ΕΡΤ. Εκεί «γράψαμε» με τον Τάσο Χαλκιά, τον Σταύρο Καψάλη, τον Ναπολέοντα Δάμο, τον Πετρολούκα Χαλκιά...

Για τον τελευταίο αξίζει μια παρένθεση, διότι όταν ήρθε από την Αμερική το 1978, δεν τα βρήκε και τόσο καλά τα πράγματα εδώ. Κάποιοι συνάδελφοι μουσικοί τον είχαν «βάλει στο σημάδι» και μου λέγανε «πού πας και παίζεις με τον Αμερικάνο;»... Εγώ, όμως τον ήξερα από παλιότερα, το 1960 από τα καλοκαίρια που όταν τελειώναμε το σχολείο, ακούγαμε κάτι μικρά δισκάκια. Έτσι, λοιπόν, εκείνη την περίοδο τον κράτησα εδώ... Πήγαμε στο «ελληνικό χωριό», σε ραδιόφωνα, τηλεοπτικές εκπομπές και του βγήκε σε καλό, πιστεύω. Είναι ένας καλός μουσικός, χωρίς καμία αμφιβολία. Μακάρι να ‘χαμε κι άλλους τέτοιους μουσικούς. Ενώ, ήταν ή είναι, άλλοι δεν έδωσαν τη δέουσα σημασία... Ειδικά, ο Σταύρος Καψάλης και ο Ναπολέων Δάμος, που έχει στο παίξιμό του στο κλαρίνο μεγάλη δύναμη! Και του το έχω πει του Ναπολέοντα, «αφού σε «πάνε» οι τραγουδιστές, έλα να κάνουμε πράγματα»

Τον Πετρολούκα δεν τον απασχολεί αν είναι κουρδισμένα τα υπόλοιπα όργανα ή όχι... βγαίνει μπροστά και σολάρει. Και έχει μεγάλη σημασία αυτό, να σε βλέπουν σαν καλλιτέχνη σε αυτό που εκφράζεις... και ό,τι λες και κάνεις να αναγκάζεις τον άλλο να το αντιληφθεί. Η ερμηνεία του δημοτικού τραγουδιού είναι ιεροτελεστία. Ιδιαίτερα, όταν είσαι σε γάμο. Από τη στιγμή που πας, μέχρι και όταν φεύγεις... Έτσι είχε γίνει και στον δικό μου γάμο...»




Τι έχετε συγκρατήσει ως ανάμνηση από τον δικό σας γάμο;
«Είχαμε τηρήσει όλες τις παραδόσεις και η μια στιγμή ήταν καλύτερη από την άλλη. Βοήθησε όλο το χωριό, ο καθένας με το δικό του τελετουργικό μέρος, χωρίς να τους πει κανένας τίποτα...

Στείλαμε το μπαϊράκι, οι γυναίκες με τα άσπρα μαντήλια ζύμωναν το προζύμι για να φτιάξουμε τις μπουγάτσες που θα κερνούσαμε και τραγουδούσαν «Ποιος τον κάνει τούτο γάμο»... Πήγανε και για ξύλα και γυρνούσαν με τα άλογα και πάνω στις αρμαθιές είχαν ριγμένο άσπρο μαντήλι, ως δείγμα αγνότητας...

Κατόπιν, με ξύρισαν, με αρμάτωσαν και με έβαλαν καβάλα σ’ άλογο... που πάνω σαμάρι είχε φλοκωτή πετσέτα με τον μαίανδρο, το σήμα του Βυζαντίου! Από κοντά κι ο Ναπολέων Δάμος με το κλαρίνο του... χορέψαμε στο μεσοχώρι, πήγαμε στον κουμπάρο, πήραμε το κανίσκι (ψημένο αρνί), πάλι μπουγάτσα και στολισμένοι με λουλούδια και κουφέτα, κινήσαμε για το σπίτι της νύφης. Εκεί στην εξώπορτα μας έριξαν μπροστά μας ένα σίδερο, για «σιδερένια» ζωή, μας πότισε η μάνα με μέλι και όλα πήραν το δρόμο τους με χορό και γλέντι μέχρι το πρωί...»




Tι θυμάστε από τα χρόνια που συνεργαστήκατε με τον Δημήτρη Βάγια;
«Θυμάμαι ακόμα την τελευταία νύχτα που ήμασταν μαζί... Είχαμε χορό στο «Ηπειρώτικο Σαλόνι», κανονίζαμε ένα ταξίδι για βαφτίσια στην Τήνο, τον κοίταξα στα μάτια –δεν το ξεχνάω αυτό- και τον χαιρέτησα γιατί την άλλη ημέρα έπρεπε να είμαι στην «Πανηπειρωτική» και μετά θα έφευγα για το χωριό... Μου αποκρίθηκε ότι θα ερχόταν και αυτός τη Δευτέρα και κλείσαμε την άλλη μέρα ραντεβού στην «Όαση». Το πρωί, όμως στις 8 η ώρα, 9 Ιανουαρίου του 1994 ήταν, μας ειδοποίησαν πως ο Δημήτρης είχε χτυπήσει σε ατύχημα...

Με τον Δημήτρη Βάγια είχαμε πάντοτε αγαστή συνεργασία, ήταν ένας ντόμπρος άνθρωπος, που αν σου έλεγε μια κουβέντα, τελείωσε, αυτό ήταν. Είχαμε δουλέψει πολύ καλά μαζί, και στο μαγαζί, στο «Ηπειρώτικο Σαλόνι», ήθελε άνθρωπο που ο λόγος του να είναι λόγος και το είχε καταφέρει. Δεν έλεγε ποτέ παραπανίσιες κουβέντες. Δυστυχώς έφυγε γρήγορα... Είχε το δικό του κεφάλαιο στο δημοτικό τραγούδι.
Οι Μπέλλος, Κιτσάκης, Σιάτρας και Βάγιας λειτουργούσαμε σαν τετράδα και μας είχαν χαρακτηρίσει «οι τέσσερις Ευαγγελιστές». Είχαμε τραγουδήσει το ηπειρώτικο τραγούδι σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας, αλλά και στο εξωτερικό. Προσπαθούσαμε να είμαστε κάπως αυστηροί και να τηρούμε τις παραδοσιακές φόρμες του τραγουδιού.

Είχαμε ξεκινήσει την πορεία μας στο τραγούδι μαζί με τον Δημήτρη Βάγια -ο Στυλιανός Μπέλος και ο Αλέκος Κιτσάκης νωρίτερα- κάναμε μαζί πολλές εκπομπές για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση και η συνεργασία μας έγινε ακόμη πιο στενή στο «Ηπειρώτικο Σαλόνι» και σε συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εκτιμώ, πως ταιριάζαμε περισσότερο σαν χαρακτήρες, γιατί πιστεύαμε πολύ στο καθαρό παραδοσιακό τραγούδι και με αυτόν τον γνώμονα διαλέγαμε και τα όργανα στις ορχήστρες μας, δηλαδή κλαρίνο, βιολί, λαούτο και ηπειρώτικο ντέφι...»

πηγη: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=1043&sectionID=0










Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΕΤΡΟΛΟΥΚΑ ΧΑΛΚΙΑ

Ο φημισμένος δεξιοτέχνης του κλαρίνου Πετρολούκας Χαλκιάς εμφανίζεται 3-4/1 στο club του Μύλου, μαζί με έναν καταξιωμένο παραδοσιακό τραγουδιστή από τη νέα γενιά, τον Χρήστο Τζιτζιμίκα. Με αφορμή τις 2 συναυλίες, μίλησε στην Αναστασία Γρηγοριάδου του CITY231. Κατάγεστε από μια οικογένεια με μεγάλη, πέντε γενιών, μουσική παράδοση. Πόσο χρονών ξεκινήσατε να παίζετε μουσική;
Αρχισα πολύ μικρός. Στα δέκα έπαιζα ήδη, στα δώδεκα μπήκα στη δουλειά. Πανηγύρια, γάμους, παντού. Α, ήμουν ερωτευμένος με το κλαρίνο κι ακόμα ερωτευμένος είμαι. Ακόμη κι όταν πήρα τη γυναίκα μου, στην πρώτη πρόποση που έκανα της λέω: «αυτό θα το πιούμε στην πρώτη μου αγάπη». Λοιπόν, ξέρεις τότε, ο πεθερός μου κι η πεθερά μου μού λένε «τι, έχεις άλλη γυναίκα!» και τους λέω «μη βιάζεστε! Η πρώτη μου αγάπη είναι το κλαρίνο, μετά έρχονται όλα τα άλλα».

Πόσα χρόνια παίζετε μουσική;
Πενήντα τέσσερα-πενήντα πέντε χρόνια.

Όλα αυτά τα χρόνια αν θέλετε να μιλήσετε για μια χαρά ή μια λύπη σας ο πιο εύκολος τρόπος είναι να παίξετε κλαρίνο;
Ναι. Με το κλαρίνο μπορώ και μιλάω και συνεννοούμαι καλύτερα από ό,τι με τα λόγια. Όταν παίζω κλαρίνο ξεχνάω τους πάντες και τα πάντα.

Όταν γεννήθηκαν τα παιδιά σας τη χαρά σας με το κλαρίνο την εκφράσατε;
Πάντα! Τον έναν τον αποκοίμιζα και με μια φλογέρα. Του έπαιζα και το είχε συνηθίσει αυτό.

Το 60 πώς πήγατε στην Αμερική;
Στην Αμερική με πήρε μια εταιρεία, από τους πρώτους μου δίσκους που είχα βγάλει εδώ, για να βγάλω τραγούδια κι εκεί. Πήγα και κάθισα σΆ ένα κέντρο όπου είχαμε ιντερνάσιοναλ μουσική: ελληνικά, αραβικά, τούρκικα, αρμένικα, αλβανικά, από όλον τον κόσμο.

Αυτό είναι το Πόρτ Σάιντ στη Νέα Υόρκη;
Ναι. Εκεί λοιπόν πήγα να κάτσω έξι μήνες στην αρχή και μετά έμεινα κι άλλο. Αλλά είχα περιπέτειες στην αρχή.

Δηλαδή;
Για να καθίσω στην Αμερική έπρεπε να γραφτώ στο σωματείο των μουσικών, ένα πολύ μεγάλο σωματείο που είχε οκτώ εκατομμύρια μουσικούς. Κάθε βδομάδα κάνανε συνέλευση και βλέπανε ποια καινούρια μέλη θα γράψουνε. Λέγανε όλες τις χώρες με τη σειρά και κάποια μέρα λέει «Greece», σηκώθηκε κάποιο παιδί με το μπουζούκι κι έπαιξε το «never Sunday». Στην αίθουσα ήταν επτακόσια-οκτακόσια άτομα. Κατάλαβα όμως ότι ο πρόεδρος θέλει μάλλον κάτι παραδοσιακό και σηκώθηκα κι εγώ. Όμως πριν παίξω είπα λίγα λόγια: «εμείς στην Ελλάδα έχουμε όλα τα χρώματα της μουσικής κι ένα χρώμα που δεν έχει κανένας». Τότε παρεξηγηθήκανε πάρα πολλοί μουσικοί και συνθέτες αμερικανοί που ήταν στην αίθουσα. Είπαν «ας ακούσουμε τι είναι αυτό που δεν έχουμε εμείς». «Θα σας παίξω κάτι από τον τόπο που γεννήθηκα» τους είπα και τους έπαιξα ηπειρώτικο βέβαια. Τότε έρχεται ένας από τους μεγάλους μουσικούς εκεί και μου λέει: «κύριε Χαλκιά, εμείς όποτε ερχόμαστε στην Ελλάδα δεν ακούμε αυτή τη μουσική. Μήπως δεν είναι ελληνική και μας την παρουσιάζετε σαν ελληνική;».Εγώ απάντησα ότι «με αυτά γεννήθηκα και με αυτά μεγάλωσα» και με ρώτησε από ποιο μέρος της Ελλάδας είμαι.

Tου είπατε ότι είστε από την Ήπειρο;
Είπα ότι είμαι από τα Γιάννενα και η μουσική που παίζω ηπειρώτικη. «Αν είναι αυτά ελληνικά, κύριε Χαλκιά, συγνώμη αλλά δεν ξέρω γιατί τα κρατάτε μυστικά. Είστε αδικαιολόγητοι. Θα έπρεπε να μαγέψετε με τη μουσική αυτή τον κόσμο όλο». Παίρνει το πεντάγραμμο ένας και μου λέει, παίξε μου ένα ηπειρώτικο. Του παίζω κι εγώ και γράφει το «that s the way». Το 61-62 χάλασε ο κόσμος στην Αμερική με αυτό το τραγούδι. Μου λέει λοιπόν, «κύριε Χαλκιά, πάρε χίλια δολάρια για το τραγούδι και τις πέντε νότες που μου έδωσες.». Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό. Επειδή είχανε παρεξηγηθεί πολλοί με αυτά που είχα πει στο Σωματείο ήθελαν να φύγω. Μου στέλνουν λοιπόν ένα χαρτί με το εμιγκρέσιο ότι πρέπει να εγκαταλείψω το αμερικάνικο έδαφος μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες. Παίρνω το χαρτί, πάω στο εμιγκρέσιο και μου λέει ο διευθυντής «ναι, αν δεν φύγετε θα σας δέσω και θα σας διώξω». «Εγώ θα πάω στην πατρίδα μου», του απαντώ, «αλλά αυτό που γράφετε στο χαρτί (έγραφε «τέτοιου είδους μουσικούς έχουμε και δεν τον χρειαζόμαστε») να το ακυρώσετε. Τέτοιους μουσικούς δεν έχετε». «Και πώς μπορείς αυτό να μου το βεβαιώσεις;» με ρωτάει. «Πάρε τους καλύτερους μουσικούς που έχεις να ρθουν να με συνοδέψουν απόψε το βράδυ στο κέντρο». Έτσι κι έγινε. Ήρθε με μουσικούς, αρχίζω εγώ τα βαριά ηπειρώτικα. Εδώ να βρουν ρυθμό, εκεί, τίποτα. Ήξεραν αυτοί από μουσική, ήταν και σπουδαγμένοι. Γυρίζει ο διευθυντής, δίνει μια στο τραπέζι και λέει «μα είναι δυνατόν να τον αφήσετε να φύγει; Η τελευταία εγκύκλιος λέει πως ό,τι δεν έχει η Αμερική το κρατάει κι εσείς όχι μόνο δεν τον κρατήσατε αλλά θέλατε και να τον διώξετε». Μου δίνει κάποια χαρτιά να τα συμπληρώσω και μου λέει «φέρτε τα να τα εγκρίνω». Έτσι έμεινα, πήρα την αμερικάνικη υπηκοότητα και μάλιστα τότε η αμερικάνικη κυβέρνηση με παρότρυνε να ανοίξω σχολή και να διδάξω στα μικρά παιδιά.

Γιατί δεν το κάνατε;
Είχα ένα φίλο στην ελληνική πρεσβεία και όταν του είπα τι μου πρότειναν μου είπε «όχι να μη δεχτείς γιατί μετά από πενήντα εξήντα χρόνια θα πουν είναι δική μας η μουσική αυτή, χάσαμε πολλά πράγματα έτσι». Έτσι κι εγώ είπα ότι δεν είχα χρόνο και το τρενάριζα συνεχώς μέχρι που έφυγα.

Στα είκοσι χρόνια που ζήσατε στην Αμερική έρχονταν αμερικάνοι μουσικοί να σας ακούσουν στο μαγαζί που παίζατε;
Πάρα πολλοί και ζητούσαν να ακούσουν «τη μουσική με το κλαρίνο», έτσι τη ζητούσαν. Κάνα δυο φορές ήρθε ο Μπένι Γκούτμαν και είπε «Πώς είναι δυνατόν να μη διαβάζει αυτός ο άνθρωπος μουσική;». Με κάλεσε κάτω και μου είπε «Γιατί δεν πήγες στο σχολείο;» «Εγώ γεννήθηκα το 34» του είπα, «και το 40 μέχρι το 48 είχαμε πόλεμο». «Αυτά τα άσχημα έκανε ο πόλεμος» είπε τότε εκείνος, «αν αυτός ο άνθρωπος διάβαζε μουσική θα είχε αλλάξει στον πλανήτη η μουσική όλη».
Όταν γυρίσατε στην Ελλάδα πώς σας φάνηκαν τα πράγματα;
Πολύ παράξενα. Μόλις γύρισα στην Ελλάδα έμαθα για μια εκδήλωση που παρουσίαζε ο Αλκης Στέας. Πήγα κι εγώ να δώσω συμπαράσταση εκεί. Ήταν όλα τα κλαρίνα. Μου λένε «βρε παιδί μου είναι συμπληρωμένο, αργά ήρθες». Τους λέω, «χθες ήρθα από την Αμερική». «Κάθισε» μου λέει ο Αλκης Στέας «και αν έχουμε χρόνο, θα παίξεις ένα δυο τραγούδια». Όταν τέλειωσαν όλοι σηκώθηκε ο κόσμος να φύγει και λέει ο Στέας: «Για να δούμε ο απόδημος ελληνισμός της Νέας Υόρκης πώς κρατάει την παράδοση» και πήρα το κλαρίνο και έπαιξα το «Σκάρο» και μερικά ηπειρώτικα. Ο κόσμος ενθουσιάστηκε. Μετά από είκοσι χρόνια που έλειπα δεν είχα νοθεύσει τη μουσική μου, γιατί δεν άκουγα άλλους να παρασυρθώ. Εντούτοις, εδώ το είχαν αλλάξει κατά πολύ το τραγούδι, ειδικά το ηπειρώτικο.

Αυτό που σας ζήτησαν τότε στην Αμερική σας το ζήτησαν ποτέ στην Ελλάδα;
Όχι, κανένας.

Δεν σας κάνει εντύπωση που σε μια ξένη χώρα το σκέφτηκαν κι εδώ κανένας κρατικός φορέας;
Μεγάλη εντύπωση μου κάνει και με στεναχωρεί και πάρα πολύ, γιατί θα έπρεπε εδώ να προσπαθήσουν να πάρουν μια ιδέα κι από άλλους κι από εμένα για το τι είναι το παραδοσιακό τραγούδι. Δεν το έκαναν ποτέ.